Blog

Ο ελληνισμός στη Βόρεια Μακεδονία: ιστορία, κοινότητες, σήμερα

Ο ελληνισμός στη Βόρεια Μακεδονία: ιστορία, κοινότητες, σήμερα
<

Ο ελληνισμός στη Βόρεια Μακεδονία: ιστορία, κοινότητες, σήμερα

Ο ελληνισμός στη Βόρεια Μακεδονία σήμερα είναι μια μικρή κοινότητα που μετριέται σε εκατοντάδες ανθρώπους, όχι σε χιλιάδες. Στην απογραφή του 2021 294 άτομα δήλωσαν ελληνική εθνοτική ένταξη, από 422 το 2002. Οι περισσότεροι ζουν στο Μοναστήρι (Μπίτολα), στη Γευγελή και στα Σκόπια, και πολλοί είναι απόγονοι πολιτικών προσφύγων του ελληνικού Εμφυλίου. Γύρω από αυτόν τον μικρό πυρήνα υπάρχει ένας πολύ ευρύτερος κύκλος: βλαχόφωνοι με δεσμούς με την Ελλάδα, μικτές οικογένειες, φοιτητές, επιχειρήσεις και μια ιστορική μνήμη που φτάνει από την αρχαία Πελαγονία ως το Μοναστήρι των αρχών του 20ού αιώνα. Παρακάτω βάζουμε σε τάξη τι ξέρουμε με βεβαιότητα, τι μένει ανοιχτό και πού βρίσκονται τα πρωτογενή στοιχεία.

Hellenismwatch
Παρακολουθήστε τον ελληνισμό στα Βαλκάνια
Το Παρατηρητήριο συγκεντρώνει και αναλύει τεκμηριωμένες πληροφορίες για τον ελληνισμό και τις κοινότητές του στα Βαλκάνια και την Ανατολική Μεσόγειο.
Επισκεφθείτε το Παρατηρητήριο

Συνοπτικά

  • Η απογραφή του 2021 κατέγραψε 294 άτομα ελληνικής εθνοτικής ένταξης, περίπου 30% λιγότερα από το 2002.
  • Η σημερινή κοινότητα είναι κυρίως κατάλοιπο των μετακινήσεων μετά τον Εμφύλιο (1946-1949), όχι συνέχεια των πολυπληθών ελληνικών πληθυσμών της οθωμανικής εποχής.
  • Οι Βλάχοι αναγνωρίζονται ως χωριστή κοινότητα (8.714 άτομα, 0,47% το 2021), και σημαντικό τμήμα τους διατηρεί δεσμούς με την Ελλάδα, αλλά δεν είναι «απογραφή Ελλήνων».
  • Τα κύρια κέντρα είναι το Μοναστήρι, η Γευγελή και τα Σκόπια, με πολιτιστικούς συλλόγους στις δύο πρώτες πόλεις και ελληνική ένωση στην πρωτεύουσα.
  • Η Συμφωνία των Πρεσπών (σε ισχύ από 12 Φεβρουαρίου 2019) έκλεισε το ζήτημα του ονόματος και άνοιξε ένα πλαίσιο συνεργασίας, μέσα στο οποίο κινείται πλέον και η κοινότητα.

Πίνακας περιεχομένων

Ποιοι είναι σήμερα οι Έλληνες της Βόρειας Μακεδονίας

Όταν κάποιος ψάχνει «Έλληνες στη Βόρεια Μακεδονία», συνήθως εννοεί τρία διαφορετικά πράγματα, και αξίζει να τα κρατάμε χωριστά.

Το πρώτο είναι οι πολίτες της χώρας που δηλώνουν ελληνική εθνοτική ένταξη στην απογραφή. Αυτοί είναι οι 294 του 2021. Ένα σημαντικό μέρος τους κατάγεται από τους πολιτικούς πρόσφυγες του ελληνικού Εμφυλίου που εγκαταστάθηκαν στη Γιουγκοσλαβία μετά το 1949 και έμειναν εκεί.

Το δεύτερο είναι οι βλαχόφωνοι. Σύμφωνα με απάντηση του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών σε κοινοβουλευτική ερώτηση το 2022, η Βόρεια Μακεδονία αναγνωρίζει ξεχωριστή βλαχική κοινότητα, στην οποία 8.714 κάτοικοι (0,47%) δήλωσαν ότι ανήκουν το 2021, και σημαντικό τμήμα της διατηρεί σχέσεις με την Ελλάδα. Πρόκειται για πληθυσμό με πολιτισμική συγγένεια και ιστορικούς δεσμούς, αλλά ο αριθμός δεν μπορεί να προστεθεί στους Έλληνες της απογραφής.

Το τρίτο είναι οι Έλληνες πολίτες που ζουν, εργάζονται ή επενδύουν στη χώρα: στελέχη επιχειρήσεων, εργαζόμενοι σε τράπεζες και εμπόριο, φοιτητές, μικτά ζευγάρια. Δεν εμφανίζονται απαραίτητα στην απογραφή ως εθνοτική ομάδα, γιατί δεν είναι πάντα πολίτες ή μόνιμοι κάτοικοι.

Αυτή η διάκριση δεν είναι σχολαστική. Από αυτήν εξαρτάται αν μιλάμε για μειονότητα με θεσμικά αιτήματα, για διασπορά με δεσμούς ή για οικονομική παρουσία. Τα τρία συχνά μπερδεύονται στον δημόσιο λόγο, και από εκεί βγαίνουν οι διογκωμένοι αριθμοί που κυκλοφορούν στα κοινωνικά δίκτυα.

Από την αρχαία Πελαγονία στο Μοναστήρι του 1900

Η παρουσία ελληνικών πληθυσμών στον χώρο της σημερινής Βόρειας Μακεδονίας είναι παλιά. Το Μοναστήρι, όπου ζουν και σήμερα Έλληνες, είναι η ιστορική έδρα της Πελαγονίας, περιοχής που εντάχθηκε στο μακεδονικό βασίλειο από τον 4ο αιώνα π.Χ.. Στην οθωμανική περίοδο οι ελληνικές κοινότητες των πόλεων, με σχολεία, εκκλησίες και εμπορικά δίκτυα, ήταν σημαντικός πόλος, και η περιοχή βρέθηκε στο κέντρο του Μακεδονικού Αγώνα.

Στις αρχές του 20ού αιώνα οι στατιστικές της εποχής, όπως αυτές που αποδίδονται στον Χ. Νάλτσα, κατέγραφαν σημαντικούς πληθυσμούς με ελληνική συνείδηση σε πόλεις όπως το Μοναστήρι και η Γευγελή. Οι στατιστικές εκείνης της περιόδου πρέπει να διαβάζονται με προσοχή: κάθε πλευρά μετρούσε με τα δικά της κριτήρια (θρήσκευμα, εκκλησιαστική υπαγωγή, γλώσσα, σχολείο), και οι αριθμοί ήταν και εργαλείο διεκδίκησης. Αυτό που δείχνουν με σιγουριά είναι ότι ο ελληνισμός της περιοχής ήταν πραγματικός και αστικός.

Η εικόνα άλλαξε δραστικά μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους και τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Με τη χάραξη των συνόρων, μεγάλος αριθμός ανθρώπων με ελληνική ταυτότητα μετακινήθηκε στην ελληνική Μακεδονία. Οικογένειες από το Μοναστήρι εγκαταστάθηκαν στη Φλώρινα, στη Θεσσαλονίκη και αλλού, και η μνήμη της «χαμένης πατρίδας» πέρασε στις επόμενες γενιές. Το ευρύτερο πλαίσιο αυτών των μετακινήσεων το αναλύουμε στον οδηγό μας για τα μεταναστευτικά κύματα των Ελλήνων.

Γιατί ο «μακεδονισμός» μετράει για την ιστορία της κοινότητας

Στη Γιουγκοσλαβία του Τίτο διαμορφώθηκε μια κρατική ταυτότητα με έντονο εθνοποιητικό χαρακτήρα. Αναλυτές επισημαίνουν ότι η ιδεολογία του «μακεδονισμού» επηρέασε καθοριστικά τον τρόπο με τον οποίο οι εναπομείναντες ελληνικοί πληθυσμοί είτε αφομοιώθηκαν είτε διατήρησαν μια ξεχωριστή ταυτότητα. Στην πράξη, για δεκαετίες η δημόσια δήλωση ελληνικής ταυτότητας είχε κοινωνικό κόστος, και πολλές οικογένειες την κράτησαν μόνο στο σπίτι.

Οι πρόσφυγες του Εμφυλίου και η μακρά επιστροφή

Η σημερινή κοινότητα δεν είναι κυρίως συνέχεια των οθωμανικών κοινοτήτων. Είναι, σε μεγάλο βαθμό, αποτέλεσμα του Εμφυλίου. Μετά το 1949 χιλιάδες ηττημένοι μαχητές, οικογένειες και παιδιά πέρασαν στις ανατολικές χώρες, και ένα μέρος τους έμεινε στη Γιουγκοσλαβική Μακεδονία. Ανάμεσά τους υπήρχαν ελληνόφωνοι και σλαβόφωνοι, και οι διαδρομές ταυτότητάς τους διαφοροποιήθηκαν έντονα στις επόμενες δεκαετίες.

Η ακαδημαϊκή έρευνα για τους πολιτικούς πρόσφυγες και τον επαναπατρισμό τους δείχνει πόσο σύνθετες ήταν αυτές οι διαδρομές: άλλοι επέστρεψαν όταν το επέτρεψε η ελληνική πολιτεία, άλλοι έμειναν επειδή είχαν πλέον οικογένεια, δουλειά ή σύνταξη στη Γιουγκοσλαβία, και άλλοι δεν μπόρεσαν να επιστρέψουν. Οι απόγονοι όσων έμειναν είναι σήμερα ο πυρήνας των 294.

Αυτό εξηγεί και τη μείωση από 422 σε 294 μέσα σε δύο δεκαετίες. Μια κοινότητα που γεννήθηκε από ένα συγκεκριμένο κύμα, χωρίς νέα εισροή, γερνά. Τα παιδιά των μικτών γάμων συχνά δηλώνουν την πλειοψηφική ταυτότητα, και οι νεότεροι με ελληνική καταγωγή φεύγουν συχνά για σπουδές ή δουλειά στην Ελλάδα. Η μείωση δεν σημαίνει απαραίτητα ότι χάθηκαν οι δεσμοί. Σημαίνει ότι η απογραφή μετρά κάτι όλο και πιο στενό.

Το ίδιο μοτίβο, κοινότητες που σχηματίστηκαν από ιστορικά σοκ και συρρικνώνονται όταν κλείσει ο κύκλος, το βλέπουμε σε όλη την περιοχή. Το συγκρίνουμε αναλυτικά στο κείμενό μας για την ελληνική διασπορά στα Βαλκάνια.

Τι μετρούν, και τι όχι, οι απογραφές

Οι αριθμοί για τους Έλληνες της Βόρειας Μακεδονίας είναι από τα θέματα με τη μεγαλύτερη παραπληροφόρηση. Κυκλοφορούν εκτιμήσεις για δεκάδες χιλιάδες, συχνά χωρίς πηγή. Ο σωστός δρόμος είναι να ξεκινά κανείς από τα επίσημα στοιχεία και να εξηγεί ρητά κάθε απόκλιση.

Τι μετράμε 2002 2021 Πού το επαληθεύετε
Ελληνική εθνοτική ένταξη 422 294 Επίσημες απογραφές, πίνακες εθνοτικής ένταξης
Βλαχική κοινότητα Σε χωριστή κατηγορία 8.714 (0,47%) Στοιχεία 2021 μέσω του ελληνικού ΥΠΕΞ
Ελληνική ως μητρική γλώσσα Χωριστός πίνακας Χωριστός πίνακας Πίνακες μητρικής γλώσσας
Θρησκευτική ένταξη Χωριστός πίνακας Χωριστός πίνακας Πίνακες θρησκείας
Ανεπίσημες εκτιμήσεις «ελληνικής καταγωγής» Ποικίλλουν πολύ Ποικίλλουν πολύ Δημοσιογραφικές και ιστορικές πηγές

Για το 2021, η στατιστική υπηρεσία της χώρας διαθέτει στη βάση MakStat χωριστούς πίνακες απογραφής για εθνοτική ένταξη, μητρική γλώσσα, γλώσσα που μιλιέται συνήθως στο νοικοκυριό και θρησκεία. Για το 2002, η επίσημη έκδοση της απογραφής δίνει στοιχεία ανά οικισμό, κάτι πολύτιμο αν θέλετε να δείτε πού ακριβώς ήταν καταγεγραμμένοι οι Έλληνες.

Τρία πράγματα πρέπει να έχει κανείς υπόψη όταν διαβάζει αυτούς τους πίνακες:

  1. Η εθνοτική δήλωση είναι αυτοπροσδιορισμός. Ένας άνθρωπος με Έλληνα παππού μπορεί να δηλώσει άλλη ένταξη. Η απογραφή μετρά τη δήλωση, όχι την καταγωγή.
  2. Γλώσσα και εθνότητα δεν ταυτίζονται. Η ελληνική εμφανίζεται στις βάσεις γλωσσών, όπως η Ethnologue, ως γλώσσα μεταναστών και όχι ως ιστορική μειονοτική γλώσσα με θεσμική κατοχύρωση.
  3. Οι Βλάχοι είναι χωριστή κατηγορία. Όποιος προσθέτει τους 8.714 στους 294 παράγει έναν αριθμό που καμία απογραφή δεν στηρίζει.

Οι παλαιότερες ανεπίσημες εκτιμήσεις για Έλληνες, Βλάχους και πολιτικούς πρόσφυγες είναι χρήσιμες ως ιστορική ένδειξη για το μέγεθος του ευρύτερου κύκλου. Δεν αντικαθιστούν όμως την επίσημη μέτρηση, και κάθε σοβαρή ανάλυση πρέπει να λέει ποιο από τα δύο χρησιμοποιεί.

Μοναστήρι, Γευγελή, Σκόπια: πού ζει η κοινότητα

Η γεωγραφία της κοινότητας ακολουθεί την ιστορία της. Οι Έλληνες συγκεντρώνονται κυρίως στη Γευγελή και το Μοναστήρι, δύο πόλεις κοντά στα ελληνικά σύνορα, με πυκνή καθημερινή επαφή με την Ελλάδα.

Μοναστήρι (Μπίτολα)

Το Μοναστήρι είναι το πιο φορτισμένο συμβολικά κέντρο: παλιά ελληνική αστική κοινότητα, σχολεία και ναοί της οθωμανικής εποχής, μνήμη του Μακεδονικού Αγώνα. Σήμερα στην πόλη λειτουργεί πολιτιστικός σύλλογος της ελληνικής κοινότητας, που οργανώνει εκδηλώσεις, μαθήματα και επαφές με φορείς στη Φλώρινα και τη Θεσσαλονίκη. Η απόσταση από τα σύνορα της Νίκης είναι μικρή, και η πόλη έχει καθημερινή ροή επισκεπτών από τη Δυτική Μακεδονία.

Γευγελή

Η Γευγελή, δίπλα στον μεθοριακό σταθμό Ευζώνων, είναι πόλη της διαρκούς διέλευσης: αγορές, καζίνο, εργαζόμενοι και οικογένειες με μέλη στις δύο πλευρές. Εδώ οι δεσμοί είναι πρώτα πρακτικοί, γλωσσικοί και οικονομικοί, και η ελληνική ακούγεται συχνά στην αγορά, ανεξάρτητα από το τι δηλώνει κανείς στην απογραφή.

Σκόπια

Στην πρωτεύουσα ιδρύθηκε ελληνική ένωση, που λειτουργεί περισσότερο ως σημείο συνάντησης ανθρώπων ελληνικής καταγωγής, Ελλήνων επαγγελματιών και φίλων της ελληνικής γλώσσας. Τα Σκόπια συγκεντρώνουν επίσης την ελληνική διπλωματική και επιχειρηματική παρουσία, άρα και το μεγαλύτερο μέρος του «τρίτου κύκλου» που περιγράψαμε παραπάνω.

Για τους συλλόγους αυτούς τα δημόσια στοιχεία είναι λίγα: δεν υπάρχει ενιαίο μητρώο με μέλη, προϋπολογισμούς και δραστηριότητα. Αυτό είναι και ένα από τα κενά που αξίζει να καλυφθούν με επιτόπια έρευνα.

Γλώσσα, Ορθοδοξία και δεσμοί με την Ελλάδα

Η ελληνική γλώσσα στη Βόρεια Μακεδονία κρατιέται ζωντανή κυρίως μέσα από τρία κανάλια: την οικογένεια, τους συλλόγους και την πρακτική ανάγκη. Στις παραμεθόριες πόλεις η γνώση ελληνικών είναι επαγγελματικό προσόν, στο εμπόριο, στον τουρισμό και στις επιχειρήσεις με ελληνικά κεφάλαια.

Η ελληνική πολιτεία, όπως σημειώνει το ΥΠΕΞ στην ίδια απάντηση του 2022, στηρίζει τη διατήρηση των δεσμών με τους βλαχόφωνους πληθυσμούς της χώρας, μεταξύ άλλων με δυνατότητες εκμάθησης της ελληνικής. Πρόκειται για ένα από τα λίγα σημεία όπου η επίσημη πολιτική αναφέρεται ρητά σε πληθυσμούς με δεσμούς με την Ελλάδα μέσα στη χώρα.

Η Ορθοδοξία είναι κοινό έδαφος αλλά και πεδίο έντασης. Η κοινή πίστη διευκολύνει τις επαφές, τα προσκυνήματα και τη συμμετοχή σε γιορτές και από τις δύο πλευρές των συνόρων. Ταυτόχρονα, η εκκλησιαστική πλευρά αγγίζει ζητήματα κληρονομιάς, όπως φάνηκε στη δημόσια συζήτηση για τα κειμήλια που απασχόλησε την ελληνική επικαιρότητα το 2026. Για μια μικρή κοινότητα, η ενορία είναι συχνά ο μόνος σταθερός χώρος όπου η ελληνική παράδοση βιώνεται συλλογικά.

Οι δεσμοί τροφοδοτούνται επίσης από τις μετακινήσεις: επισκέψεις συγγενών, σπουδές σε ελληνικά πανεπιστήμια, εργασία στη Θεσσαλονίκη. Το πώς τέτοιες ροές αλλάζουν τη σχέση μιας κοινότητας με τη μητρόπολη το εξετάζουμε στο κείμενο για διασπορά και τουρισμό.

Η Συμφωνία των Πρεσπών και τι άλλαξε

Η Συμφωνία των Πρεσπών τέθηκε σε ισχύ στις 12 Φεβρουαρίου 2019 και έκλεισε μια αντιπαράθεση που ξεκίνησε το 1991. Για τον ελληνισμό της χώρας έχει τρεις άμεσες συνέπειες.

Πρώτη, η γλώσσα και η κληρονομιά. Σύμφωνα με το ελληνικό ΥΠΕΞ, η συμφωνία ορίζει ότι η επίσημη γλώσσα της Βόρειας Μακεδονίας ανήκει στη νότια σλαβική ομάδα και δεν σχετίζεται με την αρχαία ελληνική κληρονομιά της Μακεδονίας. Αυτό έχει σημασία για όσους ζουν στη χώρα και αισθάνονται ότι η δική τους ιστορική μνήμη είχε επί χρόνια υποκατασταθεί.

Δεύτερη, ο αλυτρωτισμός. Τα δύο κράτη δεσμεύτηκαν να αποτρέπουν εχθρικές δραστηριότητες, αλυτρωτισμό και αναθεωρητισμό από δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς. Για μια μικρή κοινότητα, ένα τέτοιο πλαίσιο είναι εργαλείο: της δίνει βάση να επικαλεστεί τη συμφωνία όταν βρίσκεται στο στόχαστρο εχθρικής ρητορικής.

Τρίτη, η κανονικοποίηση. Το ΥΠΕΞ περιγράφει στρατηγική εταιρική σχέση και σταθερή ανάπτυξη των διμερών σχέσεων, με έμφαση στην οικονομική συνεργασία και την ενέργεια. Περισσότερες ελληνικές επιχειρήσεις και επαφές σημαίνουν περισσότερες αφορμές για να λειτουργεί η ελληνική γλώσσα ως γέφυρα.

Η εφαρμογή της συμφωνίας παραμένει πολιτικό ζήτημα και στις δύο χώρες, και συνδέεται με την ευρωπαϊκή πορεία της Βόρειας Μακεδονίας. Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις στην Ελλάδα γύρω από την τήρησή της επανέρχονται τακτικά στην επικαιρότητα. Για την κοινότητα, αυτό σημαίνει ότι η θέση της επηρεάζεται περισσότερο από το κλίμα των διμερών σχέσεων παρά από οποιοδήποτε ειδικό καθεστώς προστασίας.

Δικαιώματα και προκλήσεις

Το ζήτημα των δικαιωμάτων των Ελλήνων της Βόρειας Μακεδονίας είναι το πιο ελλιπώς τεκμηριωμένο από όλα. Δεν υπάρχει, απ’ όσο έχουμε δει, συστηματική δημόσια καταγραφή περιστατικών, αιτημάτων ή θεσμικής εκπροσώπησης της κοινότητας. Γι’ αυτό εδώ περιγράφουμε τις προκλήσεις που προκύπτουν από τα δεδομένα, όχι ισχυρισμούς που δεν μπορούμε να στηρίξουμε.

  • Μέγεθος και ορατότητα. Με λιγότερα από 300 άτομα, η κοινότητα δύσκολα αποκτά θεσμικό βάρος. Η χώρα αναγνωρίζει ρητά κοινότητες όπως οι Βλάχοι, ενώ οι Έλληνες, με τόσο μικρό αριθμό, δεν έχουν ανάλογη θέση στον δημόσιο λόγο.
  • Δημογραφική γήρανση. Μια κοινότητα που προέρχεται κυρίως από το κύμα του Εμφυλίου χάνει μέλη με κάθε γενιά. Χωρίς σχολική εκπαίδευση στην ελληνική και χωρίς νέα εισροή, η γλώσσα περνά δύσκολα στα εγγόνια.
  • Ιστορικό βάρος. Οι οικογένειες των πολιτικών προσφύγων κουβαλούν ταυτόχρονα το τραύμα του Εμφυλίου και τη σύνθετη σχέση με το ελληνικό κράτος. Αυτό κάνει πολλούς διστακτικούς να μιλήσουν δημόσια.
  • Πόλωση της συζήτησης. Η κοινότητα συχνά γίνεται επιχείρημα σε αντιπαραθέσεις που δεν την αφορούν, είτε με διογκωμένους αριθμούς είτε με απαξίωση. Και τα δύο αφαιρούν από τους ίδιους τους ανθρώπους τη δυνατότητα να πουν τι χρειάζονται.
  • Έλλειψη θεσμικής παρακολούθησης. Η ίδια η έλλειψη συστηματικού ενδιαφέροντος από κράτος και ακαδημαϊκή κοινότητα έχει συμβάλει στην άγνοια τόσο για την ιστορία όσο και για τη σημερινή κατάσταση των κοινοτήτων αυτών.

Αν είστε μέλος της κοινότητας και αντιμετωπίζετε συγκεκριμένο ζήτημα με ιθαγένεια, διπλή υπηκοότητα, συντάξεις ή ακίνητα στην Ελλάδα, το πρώτο βήμα είναι η ελληνική προξενική αρχή στη χώρα και ένας δικηγόρος που γνωρίζει και τα δύο νομικά συστήματα. Τα ζητήματα αυτά εξαρτώνται από την προσωπική και οικογενειακή ιστορία και δεν λύνονται με γενικούς κανόνες. Για το γενικότερο ζήτημα της λογοδοσίας των φορέων που υποτίθεται ότι εκπροσωπούν την ομογένεια, δείτε την ανάλυσή μας για τους θεσμούς της διασποράς.

Η δική μας ματιά

Στο Παρατηρητήριο βλέπουμε τον ελληνισμό της Βόρειας Μακεδονίας ως μια περίπτωση όπου η ακρίβεια είναι μορφή σεβασμού. Οι 294 άνθρωποι της απογραφής δεν είναι «λίγοι» για να τους προσπεράσουμε ούτε «σύμβολο» για να τους φορτώσουμε αριθμούς που δεν είναι δικοί τους. Είναι μια κοινότητα με συγκεκριμένη ιστορία, κυρίως από τα χρόνια του Εμφυλίου, και με ανάγκες που σπάνια ακούγονται.

Θεωρούμε ότι τρία πράγματα λείπουν. Πρώτο, μια ανεξάρτητη καταγραφή των συλλόγων, της δραστηριότητάς τους και των αιτημάτων τους. Δεύτερο, μια σοβαρή, ήρεμη σύνδεση της ιστορίας των πολιτικών προσφύγων με τη σημερινή κοινότητα, μακριά από την κομματική χρήση του Εμφυλίου. Τρίτο, μια καθαρή διάκριση στον δημόσιο λόγο ανάμεσα σε Έλληνες, βλαχόφωνους με δεσμούς με την Ελλάδα και Έλληνες πολίτες που ζουν στη χώρα.

Η Συμφωνία των Πρεσπών, όποια κι αν είναι η πολιτική εκτίμηση του καθενός, δίνει ένα πλαίσιο που η ελληνική πλευρά μπορεί να χρησιμοποιήσει για την κοινότητα: πολιτισμική συνεργασία, προστασία από εχθρική ρητορική, δεσμούς μέσω της οικονομίας. Η ήπια ισχύς εδώ δεν είναι σύνθημα. Είναι ένα μάθημα ελληνικών στο Μοναστήρι, μια υποτροφία, ένα αρχείο προφορικής ιστορίας πριν φύγει η τελευταία γενιά που θυμάται. Αυτό ζητάμε από τους φορείς, και αυτό προσπαθούμε να τεκμηριώνουμε εμείς, με πηγές σε κάθε ισχυρισμό και χωρίς εξάρτηση από κράτος ή κόμμα.

— Alexios

Συνεχίζοντας την έρευνα με το Παρατηρητήριο

Το Παρατηρητήριο Ελληνισμού καταγράφει και αναλύει συστηματικά τα θέματα του ελληνισμού στα Βαλκάνια, στη Θράκη, στη διασπορά και στην Ανατολική Μεσόγειο. Όλο το υλικό μας, άρθρα, έρευνες και το βιβλίο μας, διατίθεται δωρεάν, χωρίς διαφημίσεις και συνδρομές.

Hellenismwatch

Αν ερευνάτε την κοινότητα της Βόρειας Μακεδονίας ως ακαδημαϊκός ή αναλυτής, μπορείτε να γίνετε Fellow και να δημοσιεύσετε τεκμηριωμένη εργασία μαζί μας. Αν ζείτε στο Μοναστήρι, στη Γευγελή ή στα Σκόπια και έχετε στοιχεία που αξίζει να καταγραφούν, η tip line μας δέχεται πληροφορίες, τις οποίες ελέγχουμε πριν δημοσιεύσουμε οτιδήποτε. Για τους κανόνες που ακολουθούμε, δείτε τη δεοντολογία της γεωπολιτικής ανάλυσης όπως την εφαρμόζουμε.

Συχνές ερωτήσεις

Πόσοι Έλληνες ζουν στη Βόρεια Μακεδονία;

Στην απογραφή του 2021, 294 άτομα δήλωσαν ελληνική εθνοτική ένταξη, από 422 το 2002. Ο αριθμός αφορά μόνο όσους δήλωσαν αυτή την ταυτότητα. Άνθρωποι ελληνικής καταγωγής που δήλωσαν άλλη ένταξη, καθώς και Έλληνες πολίτες που απλώς ζουν στη χώρα, δεν περιλαμβάνονται.

Είναι οι Βλάχοι της Βόρειας Μακεδονίας Έλληνες;

Οι Βλάχοι αναγνωρίζονται στη χώρα ως χωριστή κοινότητα, με 8.714 μέλη το 2021. Σύμφωνα με το ελληνικό ΥΠΕΞ, σημαντικό τμήμα τους διατηρεί σχέσεις με την Ελλάδα. Η ταυτότητα όμως είναι ατομική επιλογή, και ο αριθμός τους δεν προστίθεται στους Έλληνες της απογραφής.

Σε ποιες πόλεις ζουν οι περισσότεροι Έλληνες;

Κυρίως στο Μοναστήρι (Μπίτολα) και στη Γευγελή, κοντά στα ελληνικά σύνορα, και δευτερευόντως στα Σκόπια. Στο Μοναστήρι λειτουργεί πολιτιστικός σύλλογος της ελληνικής κοινότητας και στα Σκόπια ελληνική ένωση.

Από πού κατάγονται οι σημερινοί Έλληνες της χώρας;

Σε μεγάλο βαθμό είναι απόγονοι πολιτικών προσφύγων του ελληνικού Εμφυλίου (1946-1949) που εγκαταστάθηκαν στη Γιουγκοσλαβία. Οι πολυπληθείς ελληνικοί πληθυσμοί της οθωμανικής εποχής μετακινήθηκαν σε μεγάλο βαθμό στην ελληνική Μακεδονία μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους και τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Τι άλλαξε για την κοινότητα με τη Συμφωνία των Πρεσπών;

Η συμφωνία, σε ισχύ από το 2019, έκλεισε το ζήτημα του ονόματος, αποσύνδεσε την επίσημη γλώσσα της χώρας από την αρχαία ελληνική κληρονομιά και δέσμευσε τα δύο κράτη κατά του αλυτρωτισμού. Δεν θέσπισε ειδικό καθεστώς για τους Έλληνες της χώρας, αλλά βελτίωσε το κλίμα συνεργασίας μέσα στο οποίο ζουν.

Πηγές

Προτεινόμενα

← Όλα τα άρθρα